Διαβατήριο /ðʝa.vaˈti.ri.o/ NounEnglishpassportΕλληνικάΔιαβατήριοExampleΠαρακαλώ επιδείξτε το {διαβατήριο} σας στη γραμματεία.Please present your passport at the check-in desk.Η λέξη είναι ουδέτερη και τυπική.