δικαιολογία /ɪkˈskjuːs/ Noun

English
excuse
Ελληνικά
δικαιολογία

Example

  • Άργησες πάλι! Ποια είναι η [δικαιολογία] σου αυτή τη φορά;
  • Late again! What's your excuse this time?
  • Η πιο συνηθισμένη και άμεση επιλογή.