Δικαιοσύνη /ðikɛˈosini/ Noun

English
fairness
Ελληνικά
Δικαιοσύνη

Example

  • Η Δικαιοσύνη της δίκης ήταν θεμελιώδης για την εμπιστοσύνη του κοινού.
  • The fairness of the trial was essential to public trust.
  • Εδώ η 'Δικαιοσύνη' (με κεφαλαίο) παραπέμπει και στο θεσμικό πλαίσιο.