Δικαιοσύνη /ðikaoˈsini/ Noun
- English
- justice
- Ελληνικά
- Δικαιοσύνη
Example
- Η Αλίκη αφιέρωσε τη ζωή της στον αγώνα για την κοινωνική [δικαιοσύνη] και την ισότητα των γυναικών.
- She spent her life fighting for social justice and equality for women.
- Εδώ τονίζεται η κοινωνική διάσταση, η 'social justice'.