ΔΟΚΙΜΗ /ˈðo.ki.mi/ Noun

English
trial
Ελληνικά
ΔΟΚΙΜΗ

Example

  • Η δοκιμασία (δίκη) του φόνου κράτησε τρεις εβδομάδες.
  • The murder trial lasted for three weeks.
  • Στα νομικά, η 'δοκιμασία' είναι πιο επίσημη από τη 'δίκη'.