Δήλωση /ðiˈlosi/ Noun

English
declaration
Ελληνικά
Δήλωση

Example

  • Η κυβέρνηση εξέδωσε μια επίσημη δήλωση πρόθεσης. (Η Κυβέρνηση εξέδωσε μια επίσημη **δήλωση** πρόθεσης.)
  • The government issued a formal declaration of intent.
  • Το «δήλωση» είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.