διπλωματικός /ði.plo.maˈti.kos/ Adjective
- English
- diplomatic
- Ελληνικά
- διπλωματικός
Example
- Έδωσε μια **διπλωματική** απάντηση που απέφυγε να πάρει θέση. (Ευέλικτη / Διαλλακτική / Σύνετη — της: Έδωσε μια απάντηση που δεν έδειχνε πλευρά.)
- She gave a diplomatic answer that avoided taking sides.
- Εδώ τονίζεται η ικανότητα να μην παρεξηγηθείς.