δίσκος /ˈðiskos/ Noun

English
disc
Ελληνικά
δίσκος

Example

  • Τοποθέτησε τον **δίσκο** μέσα στο DVD player.
  • She placed the disc into the DVD player.
  • Εδώ το 'δίσκος' αναφέρεται σε οπτικό μέσο (CD/DVD).