δοκίμιο /ðoˈci.mi.o/ NounEnglishessayΕλληνικάδοκίμιοExampleΠρέπει να γράψω ένα καινούργιο δοκίμιο αυτό το Σαββατοκύριακο.I have to write an essay this weekend.Το ρήμα 'γράφω' (imperfective) δείχνει τη διαδικασία.