έδαφος /eˈða.fos/ Noun
- English
- terrain
- Ελληνικά
- έδαφος
Example
- Το όχημα είναι φτιαγμένο για δύσκολο [INLINE SYNONYMY: έδαφος (χώμα / πέτρες / λάσπη)] εκτός δρόμου.
- The vehicle is built for off-road terrain.
- Εδώ τονίζεται η αντοχή που απαιτείται από την επιφάνεια.