app (απ) /æp/ Noun

English
app
Ελληνικά
app (απ)

Example

  • Πρώτα πρέπει να εγκαταστήσεις την **εφαρμογή** στη συσκευή σου.
  • You first need to install the app on your device.
  • Το «εφαρμογή» είναι η επίσημη λέξη.