εγκαταλείπω /eɣkataˈliːpo/ Verb
- English
- abandon
- Ελληνικά
- εγκαταλείπω
Example
- Το καημένο το κουτάβι [εγκαταλείφθηκε] από τον ιδιοκτήτη του.
- The puppy had been abandoned by its owner.
- Εδώ χρησιμοποιείται ο παθητικός αόριστος, τονίζοντας το γεγονός της εγκατάλειψης.