εικονικός /ikoniˈkos/ Adjective
- English
- virtual
- Ελληνικά
- εικονικός
Example
- Ένα σύστημα για να βοηθήσει τους προγραμματιστές να χτίσουν [εικονικός] χώρους.
- A system to help programmers create virtual environments.
- Εδώ το 'εικονικός' καλύπτει την έννοια του 'virtual environment'.