Εκλογικό Σώμα / Κοινό /kənˈstɪtjuənsi/ Noun
- English
- constituency
- Ελληνικά
- Εκλογικό Σώμα / Κοινό
Example
- Ο βουλευτής έκανε μια ανοιχτή συνέλευση για την **εκλογική του περιφέρεια**.
- The MP held a town hall meeting for her constituency.
- Εδώ τονίζουμε τη γεωγραφική περιοχή.