Εμμονή / Obsessed (ως επίθετο) /emoniˈ/ Verb

English
obsess
Ελληνικά
Εμμονή / Obsessed (ως επίθετο)

Example

  • Τείνει να [εμμένει] (εμμονή / εμμονή / εμμονή) στις αξιολογήσεις απόδοσής του.
  • He tends to obsess over his performance reviews.
  • Εδώ το 'εμμένω' υποδηλώνει τη σταθερή, επίμονη εστίαση.