Ενεργοποίηση /en.er.ɣoˈpi.i.si/ Noun

English
activation
Ελληνικά
Ενεργοποίηση

Example

  • Η **ενεργοποίηση** (πυροδότηση / έναρξη / δράση) του συναγερμού έγινε μεσάνυχτα.
  • The activation of the alarm system occurred at midnight.
  • Εδώ η 'ενεργοποίηση' είναι η τυπική λέξη για συστήματα ασφαλείας.