Ενσωματώνω / Εμπεδώνω /en.so.maˈto.no/ Verb
- English
- embed
- Ελληνικά
- Ενσωματώνω / Εμπεδώνω
Example
- Η σφαίρα **ενσωματώθηκε** (αόρ.) στον τοίχο.
- The bullet was embedded in the wall.
- Εδώ χρησιμοποιούμε το αόριστο (ενσωματώθηκε) γιατί η πράξη ολοκληρώθηκε.