Ενθουσιασμός / Ανυπομονησία /enθusiaˈzmos/ Noun

English
excitement
Ελληνικά
Ενθουσιασμός / Ανυπομονησία

Example

  • Η είδηση προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό στους φίλους της. [Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΟΥ ΣΤΙΓΜΗ / Η ΜΕΓΑΛΗ ΧΑΡΑ / Η ΕΝΤΑΣΗ] — της: The news caused great excitement among her friends.
  • The news caused great excitement among her friends.
  • Το 'ενθουσιασμός' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.