ενθουσιώδης /enθusiaˈoðis/ Ενθουσιώδης
- English
- enthusiastic
- Ελληνικά
- ενθουσιώδης
Example
- Είναι μια ενθουσιώδης υποστηρίκτρια της νέας κλιματικής πρωτοβουλίας.
- She is an enthusiastic supporter of the new climate initiative.
- Εδώ τονίζει τη δέσμευση και το πάθος της.