Επεξεργάζομαι /epseɾˈðzomɛ/ Noun

English
processing
Ελληνικά
Επεξεργάζομαι

Example

  • Η βιομηχανία τροφίμων έχει αυστηρούς κανόνες για την [επεξεργασία] (ελέγχου / διαχείρισης / κατεργασίας) των προϊόντων.
  • The food processing industry is strictly regulated.
  • Εδώ το 'επεξεργασία' είναι ο πιο ουδέτερος και τυπικός όρος.