επιδραστικός /epiˈðrastikos/ Επιδραστικός

English
influential
Ελληνικά
επιδραστικός

Example

  • Έγραψε ένα **επιδραστικό** βιβλίο για την κλιματική αλλαγή. [Επιρροή / Βάρος / Σημασία] — της: Έγραψε ένα επιδραστικό βιβλίο για την κλιματική αλλαγή.
  • She wrote an influential book on climate change.
  • Εδώ τονίζεται η μακροπρόθεσμη αλλαγή που προκάλεσε το έργο.