ΕΠΙΦΥΛΑΞΗ / ΑΠΟΘΕΜΑ / ΚΡΑΤΩ /rɪˈzɜːrv/ Noun
- English
- reserve
- Ελληνικά
- ΕΠΙΦΥΛΑΞΗ / ΑΠΟΘΕΜΑ / ΚΡΑΤΩ
Example
- Η χώρα έχει τεράστια **αποθέματα** πετρελαίου.
- The country has large oil reserves.
- Εδώ το 'απόθεμα' (pl. αποθέματα) είναι το σωστό για φυσικούς πόρους.