Επικράτηση /ep.krá.ti.si/ NounEnglishprevalenceΕλληνικάΕπικράτησηExampleΗ [επικράτηση] του καπνίσματος στους εφήβους έχει μειωθεί δραματικά.The prevalence of smoking among teenagers has declined.Εδώ τονίζεται η μείωση της κυριαρχίας.