Επίσημος /epísiːmos/ AdjectiveEnglishformalΕλληνικάΕπίσημοςExampleΗ οικοδέσποινα παρέθεσε ένα **επίσημο** δείπνο για τους πρέσβεις.The couple hosted a formal dinner for the ambassadors.Εδώ τονίζεται η τήρηση του εθιμοτυπικού.