επισκέπτομαι / περνάω /epiˈsceptome/ Noun

English
visit
Ελληνικά
επισκέπτομαι / περνάω

Example

  • Η επίσκεψη στην Ακρόπολη ήταν πολύ διαφωτιστική.
  • Our visit to the museum was very educational.
  • Η «επίσκεψη» είναι ο πιο ουδέτερος όρος.