Επιστήμη /episˈtimi/ Noun

English
science
Ελληνικά
Επιστήμη

Example

  • Οι εξελίξεις στην [Επιστήμη] και την τεχνολογία τρέχουν γρήγορα.
  • New developments in science and technology are moving fast.
  • Η λέξη είναι ουδέτερη και ταιριάζει σε κάθε πλαίσιο.