Επίθεση /epiˈθɛsi/ NounEnglishassaultΕλληνικάΕπίθεσηExampleΗ παθούσα κατέθεσε αμέσως την επίθεση στην αστυνομία.The victim reported the assault to the police immediately.Εδώ το 'επίθεση' είναι η νομική πράξη.