Επιβεβαίωση /epivɛvaíosi/ Noun

English
confirmation
Ελληνικά
Επιβεβαίωση

Example

  • Ακόμα περιμένω την επιβεβαίωση (επιβεβαίωση / επικύρωση / βεβαίωση) των αποτελεσμάτων των εξετάσεων.
  • I'm still waiting for confirmation of the test results.
  • Στην ιατρική, το 'επικύρωση' είναι πιο συχνό για αποτελέσματα.