εποπτεύω εποπτεύω Verb
- English
- oversee
- Ελληνικά
- εποπτεύω
Example
- Ο ΟΗΕ θα [εποπτεύσω] (επιβλέπω / διαχειρίζομαι) τις επερχόμενες εθνικές εκλογές.
- The UN will oversee the upcoming national elections.
- Το 'εποπτεύω' είναι η πιο επίσημη και κατάλληλη επιλογή για διεθνείς οργανισμούς.