Διερεύνηση /ðjeɾevˈniʃi/ NounEnglishinquiryΕλληνικάΔιερεύνησηExampleΗ δολοφονική [ερώτηση] κράτησε τρία χρόνια.The murder inquiry lasted for three years.Εδώ το 'ερώτηση' λειτουργεί ως γενικός όρος για την έρευνα.