Προετοιμασμένος /pro.e.to.maˈzme.nos/ AdjectiveEnglishpreparedΕλληνικάΠροετοιμασμένοςExampleΘα είμαστε καλύτερα [έτοιμοι] την επόμενη φορά.We'll be better prepared next time.Το 'καλύτερα' τονίζει τη βελτίωση της ετοιμότητας.