έτοιμος /eˈtimos/ Adjective

English
ready
Ελληνικά
έτοιμος

Example

  • Σε ένα λεπτό—είμαι σχεδόν έτοιμη.
  • Just a minute—I'm almost ready.
  • Το 'σχεδόν' τονίζει την προσπάθεια ολοκλήρωσης.