Εύλογο /ˈevloɣo/ ΕύλογοςEnglishreasonableΕλληνικάΕύλογοExampleΕίναι **εύλογο** να υποθέσουμε ότι γνώριζε εκ των προτέρων.It is reasonable to assume that he knew beforehand.Εδώ τονίζεται η λογική συνέπεια.