Ευοίωνο /evˈi.on.os/ Ευοίωνος
- English
- auspicious
- Ελληνικά
- Ευοίωνο
Example
- Ο ηλιόλουστος καιρός ήταν μια [Ευοίωνη] αρχή για τον γάμο τους. (Προσορικός / Τυχερός / Φωτεινός)
- The sunny weather was an auspicious start to their wedding day.
- Εδώ τονίζουμε την καλή αρχή, το 'καλό σημάδι'.