Ευαισθησία /ev.esˈθi.si.a/ Noun

English
sensitivity
Ελληνικά
Ευαισθησία

Example

  • Έδειξε μεγάλη **ευαισθησία** (διακριτικότητα / ευπάθεια / λεπτότητα) στις ανάγκες των προσφύγων.
  • She showed great sensitivity to the needs of the refugees.
  • Εδώ τονίζεται η ενσυναίσθηση και η προσοχή.