Ευγένεια /evˈʝen.ci.a/ Noun

English
courtesy
Ελληνικά
Ευγένεια

Example

  • Με φέρθηκαν με την υπέρτατη [Ευγένεια] από το προσωπικό.
  • I was treated with the utmost courtesy by the staff.
  • Η 'υπέρτατη ευγένεια' είναι η πιο δυνατή έκφραση.