φαίνομαι /feˈnomɛ/ Verb

English
seem
Ελληνικά
φαίνομαι

Example

  • Εσύ σήμερα **φαίνεσαι** χαρούμενος.
  • You seem happy today.
  • Η πιο συνηθισμένη χρήση για την έκφραση συναισθήματος.