Φιλία /fiˈli.a/ Noun

English
friendship
Ελληνικά
Φιλία

Example

  • Η **φιλία** (αγάπη / στοργή / σύνδεση) τους άνθισε στο πανεπιστήμιο.
  • They formed a close friendship at college.
  • Η λέξη «άνθισε» δίνει μια ζεστή, φυσική εικόνα της ανάπτυξης.