φιλοδοξία /fi.lo.ðo.ˈksi.a/ Noun

English
aspiration
Ελληνικά
φιλοδοξία

Example

  • Έχει υψηλές [Φιλοδοξία/φιλοδοξίες/φιλοδοξία] για την καριέρα της.
  • She has high aspirations for her career.
  • Η 'φιλοδοξία' είναι το πιο άμεσο και κοινό αντίστοιχο.