Ταιριάζω / Είμαι σε φόρμα /fɪt/ Adjective

English
fit
Ελληνικά
Ταιριάζω / Είμαι σε φόρμα

Example

  • Οι κορυφαίοι αθλητές πρέπει να είναι πολύ [σε φόρμα].
  • Top athletes have to be very fit.
  • Το 'σε φόρμα' είναι η πιο συχνή έκφραση.