αναδιπλούμενος /fóul-ding/ Adjective
- English
- folding
- Ελληνικά
- αναδιπλούμενος
Example
- Φέραμε [αναδιπλούμενος (αναδιπλούμενη/αναδιπλούμενα)] καρέκλες στην παραλία.
- We brought folding chairs to the beach.
- Το 'αναδιπλούμενος' είναι η πιο άμεση μετάφραση για αντικείμενα που κλείνουν.