Σκοτώνω /skoˈto/ (Σκο-τώ) Noun

English
killing
Ελληνικά
Σκοτώνω

Example

  • Ο [φόνος] (εγκληματική πράξη / ανθρωποκτονία / δολοφονία) του είδους που κινδυνεύει απαγορεύεται αυστηρά.
  • The killing of the endangered species is strictly prohibited.
  • Εδώ χρησιμοποιείται ο νομικός όρος.