Φωτογραφία /fo.to.graˈfi.a/ Noun
- English
- photo
- Ελληνικά
- Φωτογραφία
Example
- Κρατάω μια [φωτογραφία] (αποτύπωμα / ανάμνηση / σκηνή) της γιαγιάς μου στο γραφείο.
- I keep a photo of my grandmother on my desk.
- Η 'φωτό' είναι η πιο συνηθισμένη συντομογραφία.