γκέι /ˈɡeɪ/ AdjectiveEnglishgayΕλληνικάγκέιExampleΕίναι ένα γκέι ζευγάρι. (Είναι ένα [ομοφυλόφιλο ζευγάρι] / [αρσενοκοιτικό ζευγάρι] / [ζευγάρι ομοφυλοφίλων])They are a gay couple.Η χρήση του 'γκέι' είναι η πιο άμεση και σύγχρονη.