Γενικά /ʝenikˈa/ Adverb

English
generally
Ελληνικά
Γενικά

Example

  • Η πρωτοβουλία κρίθηκε [ως επί το πλείστον] επιτυχής.
  • The initiative was generally considered a success.
  • Εδώ το 'ως επί το πλείστον' δίνει την αίσθηση του 'mostly'.