Γλώσσα /ˈɣlosa/ Noun

English
language
Ελληνικά
Γλώσσα

Example

  • Η αγγλική γλώσσα (Λεξιλόγιο / Σύνταξη / Φωνητική) ομιλείται παγκοσμίως.
  • The English language is spoken globally.
  • Η λέξη είναι θηλυκή και κλίνεται κανονικά.