γκρι /ˈɡri/ Adjective

English
grey
Ελληνικά
γκρι

Example

  • Έχει εντυπωσιακά [γκρι] μάτια.
  • He has striking grey eyes.
  • Το 'γκρι' είναι το πιο κοινό και ουδέτερο.