ευχαρίστηση /efxariˈsti.si/ Noun

English
pleasure
Ελληνικά
ευχαρίστηση

Example

  • Τα μάτια του άναψαν από **ηδονή**.
  • His eyes lit up with pleasure.
  • Εδώ η «ηδονή» υποδηλώνει μια έντονη, σχεδόν αισθησιακή ικανοποίηση.