ήπειρος /ˈi.pi.ros/ Noun
- English
- continent
- Ελληνικά
- ήπειρος
Example
- Η Αφρική, η οποία **χτίζει** την ταυτότητά της, είναι μια ήπειρος γεμάτη οικοσυστήματα.
- The continent of Africa is home to diverse ecosystems.
- Η χρήση του 'χτίζει' (imperfective) δείχνει τη συνεχή διαδικασία διαμόρφωσης.