Ιδιωτικός / Προσωπικός /iðiˈotikos/ Adjective
- English
- private
- Ελληνικά
- Ιδιωτικός / Προσωπικός
Example
- Η πινακίδα έγραφε: «Ιδιωτική περιουσία. Μην εισέρχεστε.»
- The sign said, ‘Private property. Keep out.’
- Το 'ιδιωτική περιουσία' είναι η μαγνητική φράση.